Επίτιμα Μέλη

Αθανάσιος Παπαγεωργίου

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1931 στο χωριό Παλαίκυθρο της επαρχίας Λευκωσίας. Πατέρας του ήταν ο μακαριστός ιερέας Παπα-Γεώργιος Αθανασίου και μητέρα του η Χρυσταλλού Παπαναστασίου. Ήταν το πρώτο από τα έξι συνολικά τέκνα της οικογένειας, δυο αγόρια και τέσσερα κορίτσια.

Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο το 1949. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1949 ως το 1954, στα δύσκολα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέσα στην αναστάτωση του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.

Με τον ερχομό του στην Κύπρο εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση, διδάσκοντας Θεολογικά μαθήματα, Αρχαία Ελληνικά, Νέα Ελληνικά και Ιστορία. Παράλληλα υπηρετούσε ως ιεροκήρυκας της Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ενώ την ίδια περίοδο ήταν υπεύθυνος αρχικά της έκδοσης της εφημερίδας «Εκκλησιαστικό Βήμα» και στη συνέχεια της εφημερίδας «Εκκλησιαστική Ζωή».

Στις 27 Δεκεμβρίου 1959 νυμφεύθηκε τη Λούλλα Κοκκίνου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τον Μιχάλη (αρχιτέκτονα, πολεοδόμο) και την Τούλα (ιατρό).

Το 1955 εντάχθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α., όπου υπηρέτησε δίπλα στον Αρχηγό της Γεώργιο Γρίβα- Διγενή ως ο σύνδεσμος με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ενώ ανέλαβε μαζί με την οικογένειά του την απόκρυψη και μετακίνηση καταζητούμενων αγωνιστών, τη μεταφορά οπλισμού και τη συγκέντρωση πληροφοριών.

Με τη λήξη του Αγώνα το 1959 και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας το 1960 μετέβη στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές στη βυζαντινή ιστορία και τέχνη. Εκεί, στην École Pratique des Hautes Études, στο Faculté des Lettres του Πανεπιστημίου του Παρισιού και στο Collège de France, είχε την τύχη να παρακολουθήσει μαθήματα κοντά σε δύο ονομαστούς βυζαντινολόγους καθηγητές, τον André Grabar και τον Paul Lemerle, οι οποίοι συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της επιστημονικής του προσωπικότητας.

Το 1962 διορίστηκε Έφορος Μνημείων στο Τμήμα Αρχαιοτήτων της νεοσύστατης τότε Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1989 προήχθη σε Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1991. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του στο Τμήμα Αρχαιοτήτων εργάστηκε άοκνα και με συνέπεια για την προαγωγή της γνώσης και της έρευνας του πολιτισμού της βυζαντινής και της μεσαιωνικής Κύπρου, αλλά και για τη συντήρηση, προβολή και προστασία μνημείων και έργων τέχνης που μας κληροδότησαν οι περίοδοι αυτές.

Το όνομά του έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τις σημαντικές ανασκαφές των βασιλικών στο Μαραθόβουνο και στην Αγία Τριάδα στη Γιαλούσα, καθώς και των βασιλικών της Λιμενιώτισσας και της Χρυσοπολίτισσας στην Πάφο. Στον ίδιο οφείλεται επίσης και η διερεύνηση των πρωτοβυζαντινών φάσεων των ναών του Αγίου Κυπριανού στο Μένοικο και του Αγίου Σπυρίδωνα στην Τρεμετουσιά, αλλά και στη μονή του Αγίου Ηρακλειδίου, όπου εντόπισε την πρώιμη φάση του μνημείου, η οποία ανάγεται στον 4ο αιώνα.

Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα και οι πολυάριθμες δημοσιεύσεις του καλύπτουν όλες σχεδόν τις περιόδους και τα πεδία της βυζαντινής τέχνης και ιστορίας της Κύπρου, από την πρωτοχριστιανική περίοδο μέχρι και την Τουρκοκρατία. Κλασικές παραμένουν πολλές μελέτες του μέχρι σήμερα, όπως λόγου χάριν αυτή για τους ξυλόστεγους ναούς της οροσειράς του Τροόδους, που δημοσιεύτηκε το 1975, άλλη για τους νάρθηκες των μεσοβυζαντινών εκκλησιών, που δημοσιεύτηκε το 1982, αλλά και αυτή για τα Λαξευτά Ασκητήρια της Κύπρου του 1999.

Πέραν των ανασκαφικών εργασιών, ως λειτουργός του Τμήματος Αρχαιοτήτων, ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη συντήρηση και την προστασία πολλών μνημείων, συμπεριλαμβανομένων των βυζαντινών και των μεσαιωνικών. Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι περιπτώσεις που, κατά τη διάρκεια τέτοιων αναστηλωτικών εργασιών, ήλθαν στο φως σπάνιες τοιχογραφίες, που εμπλούτισαν τις γνώσεις μας γύρω από την καλλιτεχνική παραγωγή στη βυζαντινή και μεσαιωνική Κύπρο. Εξάλλου στην επίμονη και τις περισσότερες φορές μοναχική προσπάθειά του για στερέωση, διαφύλαξη και ανάδειξη μνημείων και άλλων αντικειμένων πολιτισμού οφείλουμε τη διάσωση μέχρι τις μέρες μας σπουδαίων μνημείων στις ελεύθερες περιοχές, αλλά και το σπουδαιότερο, στις κατεχόμενες, που άλλως πως θα είχαν σήμερα εξαφανιστεί. Η Αγία Σολομονή στην Κώμα του Γιαλού, η Αγία Αθανασία στο Ριζοκάρπασο, ο Άγιο Θεμωνιανός στη Λύση, η μονή της Παναγίας της Αψινθιώτισσας στο Συγχαρί, αποτελούν λίγες από τις πιο γνωστές τέτοιες περιπτώσεις. Παράλληλα με την αναστήλωση μνημείων και τη συντήρηση ψηφιδωτών και τοιχογραφιών, ο κ. Παπαγεωργίου έδωσε επίσης μεγάλη έμφαση στη συντήρηση των φορητών εικόνων της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής περιόδου, ενώ ουσιαστική ήταν και η συμβολή του στην ίδρυση του Βυζαντινού Μουσείου του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στη Λευκωσία και του Βυζαντινού Μουσείου της Πάφου.

Τα τραγικά γεγονότα του 1974 και η συνεχιζόμενη κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου από τον τουρκικό στρατό είχε, και δυστυχώς εξακολουθεί να έχει, καταστροφικές συνέπειες για την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου, με βανδαλισμούς και συλήσεις μνημείων, μουσείων και ιδιωτικών συλλογών, παράνομες ανασκαφές και παράνομη εξαγωγή αρχαιοτήτων από τα Κατεχόμενα προς πώληση σε αγορές του εξωτερικού. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου δραστηριοποιήθηκε έντονα στην επίπονη προσπάθεια για ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας για το πρόβλημα της Κύπρου, με ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια και ομιλίες από διεθνή βήματα, όπως αυτό της UNESCO. Επιπλέον, ως εμπειρογνώμων μάρτυρας, βοήθησε επανειλημμένα την Εκκλησία της Κύπρου και την κυπριακή κυβέρνηση να αποδείξουν σε δικαστήρια του εξωτερικού την κυπριακή προέλευση αρχαιοτήτων, που είχαν παράνομα εξαχθεί από τα Κατεχόμενα, και να διεκδικήσουν με επιτυχία τον επαναπατρισμό τους. Ο κατάλογος των εκκλησιαστικών μνημείων και φορητών εικόνων στον κατεχόμενο βορρά, που συνέταξε, αποτελεί μέχρι σήμερα πολυτιμότατο εργαλείο στα χέρια της Εκκλησίας της Κύπρου στον αγώνα της για εντοπισμό και επιστροφή στο νησί των κλεμμένων θησαυρών μας. Η ενεργός και ουσιαστική συμμετοχή του Αθανάσιου Παπαγεωργίου στην προσπάθεια για διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου συνεχίστηκε και μετά τη συνταξιοδότησή του από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Από τους πιο πρόσφατους καρπούς αυτής του της δραστηριοποίησης είναι η μονογραφία του με τίτλο Η Χριστιανική Τέχνη στο κατεχόμενο από τον τουρκικό στρατό τμήμα της Κύπρου, η οποία δημοσιεύτηκε το 2010 και η οποία έχει ως στόχο να αναδείξει όχι τόσο την καταστροφή των μνημείων, όσο τη σημασία τους για την ιστορία και τον πολιτισμό της Κύπρου και, κατ’ επέκταση, την επιτακτική ανάγκη για προστασία και αναστήλωσή τους. Στο σημαντικό αυτό πόνημά του δημοσιεύει μοναδικές φωτογραφίες από τοιχογραφίες και εικόνες, που έχουν σήμερα χαθεί οριστικά ή αναζητούνται.

Πέρα από μάχιμος αρχαιολόγος πεδίου, ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου ήταν και εξακολουθεί να είναι παραγωγικότατος συγγραφέας, με πολυάριθμες μονογραφίες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων και συλλογικούς τόμους. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται γενικές επισκοπήσεις της ιστορίας, της τέχνης και της αρχαιολογίας της Κύπρου κατά τη βυζαντινή περίοδο, δημοσιεύσεις μνημείων, τοιχογραφιών και φορητών εικόνων, αλλά και εξειδικευμένες μελέτες πάνω σε θέματα που άπτονται των ιδιαίτερων ερευνητικών του ενδιαφερόντων. Σημαντικός αριθμός των δημοσιεύσεών του είναι αφιερωμένος στη διερεύνηση του χαρακτήρα, της τυπολογίας και της εξέλιξης της κυπριακής ναοδομίας. Το κεφάλαιο που συνεισέφερε στον πρόσφατο τόμο Asinou across Time αποτελεί παραδειγματική πραγμάτευση της αρχιτεκτονικής του σημαντικότατου βυζαντινού ναού της Παναγίας Φορβιώτισσας στο χωριό Νικητάρι. Η εμβρίθειά του, που πηγάζει από τη μακρόχρονη ενασχόλησή του με θέματα κυπριακής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, είναι εδώ εμφανής.

Όσον δε αφορά στην πρωτοποριακή έρευνα και στις δημοσιεύσεις του για την κυπριακή μνημειακή ζωγραφική και για τις κυπριακές φορητές εικόνες, αυτές παραμένουν μέχρι τις μέρες μας βασικά έργα αναφοράς για τη μελέτη της ζωγραφικής τόσο στην Κύπρο όσο και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο και τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Η μονογραφία του για τις εικόνες της Κύπρου, η οποία συγκεντρώνει σ’ ένα πλούσια εικονογραφημένο τόμο τα πιο σημαντικά και χαρακτηριστικά παραδείγματα που μας έχουν σωθεί, δεν συνέβαλε απλώς στο να γίνει αυτό το corpus γνωστό και προσβάσιμο στη διεθνή επιστημονική κοινότητα των ιστορικών της βυζαντινής και της μεσαιωνικής τέχνης, αλλά ενέπνευσε πολλούς ερευνητές – Κυπρίους και ξένους – να ασχοληθούν πιο συστηματικά με την τέχνη, τον πολιτισμό, την κοινωνία και την ιστορία της βυζαντινής και μεσαιωνικής Κύπρου.

Η έγνοια του Αθανάσιου Παπαγεωργίου για τον πολιτισμό της Κύπρου και την προαγωγή των βυζαντινών σπουδών στον τόπο του παραμένει ένθερμη και αμείωτη. Υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Βυζαντινολογικής Εταιρείας Κύπρου, η οποία τον Φεβρουάριο του 2015 τον αναγόρευσε επίτιμο μέλος της, σε αναγνώριση της πολυετούς και ουσιαστικής προσφοράς του. Πάνω απ’ όλα, όμως, αυτή του η αγάπη και φροντίδα φαίνεται από τον τρόπο που συνεργάζεται με νέους επιστήμονες και μοιράζεται απλόχερα μαζί τους τις γνώσεις και την εμπειρία του, ενθαρρύνοντάς τους μάλιστα να ακολουθήσουν καινούργιους δρόμους, διορθώνοντας τα δικά του λάθη, όπως αναφέρει ο ίδιος με χαρακτηριστική μετριοφροσύνη.

Το 2008, στα πλαίσια του Δ΄ Κυπρολογικού Συνεδρίου, η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών τον τίμησε για την προσφορά του στην κυπριακή αρχαιολογία. Τον Οκτώβριο του 2012, το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου διοργάνωσε διεθνές συνέδριο προς τιμήν του με τίτλο «Η αρχαιολογία της Κύπρου κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τη Βυζαντινή εποχή (4ος – 12ος αι.): Σύγχρονη έρευνα και νέες ανακαλύψεις». Ο τόμος των πρακτικών του συνεδρίου, που δημοσιεύτηκε το 2013 είναι αφιερωμένος σ’ αυτόν.

Στις 12 Ιουνίου 2013 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου, «Ἐξαίρουσα τὴν ἄοκνον, πολύχρονον καὶ ὑψηλὴν προσφορὰν τοῦ Δρος Ἀθανασίου Παπαγεωργίου εἴς τε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου, τὴν Ἑλληνικὴν Παιδείαν, τὴν Βυζαντινολογίαν καὶ τὴν Ἱστορίαν», του απένειμε το χρυσούν παράσημο του Αποστόλου Βαρνάβα, το οποίο αποτελεί την ανώτατη τιμητική διάκριση της Εκκλησίας της Κύπρου.

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου συνεχίζει το πολυσχιδές του έργο για τον πολιτισμό της Κύπρου με νέες έρευνες και δημοσιεύσεις, αποτελώντας πλέον σταθερό πρότυπο ήθους, πατριωτισμού, εργατικότητας και επιστημοσύνης για τους νεότερους ερευνητές.

Κατάλογος Δημοσιεύσεων